Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Αικατερίνη, αγία, σοφή...

0



Η Αγία Αικατερίνη καταγόταν από τη μεγάλη και ιστορική πόλη της Αλεξάνδρειας.  Γεννήθηκε ειδωλολάτρισσα, στα χρόνια εκείνα που διώκτες ακόμα αυτοκράτορες βασίλευαν στην απέραντη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.  Γύρω στα τέλη του 3ου αιώνα.  Ο πατέρας της ήταν ο Κώνστας, μεγάλος άρχοντας και διοικητής της Αλεξάνδρειας.

Διακρινόταν η Αικατερίνη για την ομορφιά και την εξυπνάδα της.  Πιο όμορφη νέα από αυτή δεν υπήρχε σ’ ολόκληρη την Αλεξάνδρεια.  Αλλά και πανέξυπνη.  Μέχρι τα δεκαοχτώ της χρόνια, έμαθε σε τέλειο βαθμό όλες τις υπάρχουσες επιστήμες της ελληνικής και ρωμαϊκής παιδείας:  Φιλοσοφία, Ρητορική, Ιατρική, Ποίηση...  Όμηρο, Βιργίλιο, Ασκληπιό, Ιπποκράτη, τους ήξερε απ’ έξω.  Το ίδιο και τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και ένα σωρό άλλους φιλοσόφους.  Και γλώσσες και διαλέκτους πολλών εθνών έμαθε, ώστε έκανε εκστατικούς όχι μόνο εκείνους που την έβλεπαν και άκουαν από κοντά, αλλά και όσους άκουαν μονάχα τη φήμη για τη σοφία της.

Ένας γέροντας ασκητής γίνεται η αιτία να γνωρίσει η Αικατερίνη το Χριστό.  Η διψασμένη για Γνώση και Αλήθεια ψυχή της, δεν αργεί να νιώσει ότι βρήκε επιτέλους αυτό που από καιρό ζητούσε.  Αυτό, μπροστά στο οποίο οι γνώσεις και η σοφία που μέχρι τότε είχε μαζέψει, δεν άξιζαν απολύτως τίποτα.  Και πίστεψε ολόψυχα η Αικατερίνη στο Χριστό!  

Λέγεται ότι το πρώτο βράδυ που πήρε την απόφαση να γίνει Χριστιανή, είδε ένα σημαδιακό όνειρο.  Είδε την Παναγία να τη δείχνει στο Γιο της και να Τον ρωτά:  «Παιδί μου, είναι δεκτή αυτή η κόρη από σένα;»  Και σαν απάντηση, φάνηκε ο Χριστός να την ευλογεί.  Και όχι μόνον αυτό.  Είδε η Αικατερίνη τον Κύριο να της περνά στο δάχτυλο ένα δαχτυλίδι, και να της λέει:  «Ιδού σήμερα σε λαμβάνω για νύμφη Μου άφθορον και αιώνιο.  Φύλαξε με ακρίβεια αυτή τη συμφωνία...»  Με τα λόγια αυτά του Χριστού ξύπνησε η Αγία.  Κοίταξε το δεξί της χέρι και είδε με έκπληξη ότι φορούσε το δαχτυλίδι, που ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε φορέσει!  Πλημμύρισε τότε η καρδιά της από ιερή συγκίνηση και θείο έρωτα.  Δόθηκε ολόψυχα στο Χριστό.  Και δεν ήθελε πλέον να ακούει για πλούτη, δόξες, μεγαλεία.  Γι’ αυτήν, μία ήταν τώρα η δόξα:  να ζήσει όπως θέλει ο Χριστός.  Είναι πλέον Νύμφη του Χριστού και σ’ Αυτόν θέλει να αφιερώσει τη ζωή της...

Βρέθηκε την εποχή εκείνη στην Αλεξάνδρεια ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός.  Και η πρώτη του δουλειά ήταν να κηρύξει διωγμό εναντίον των Χριστιανών.  Οργάνωσε μάλιστα και μια μεγάλη γιορτή των ειδώλων, όπου όλοι οι κάτοικοι θα έπρεπε να προσφέρουν θυσία στους ψεύτικους θεούς. 
  
Η Αικατερίνη μόλις είδε το λαό να τρέχει φοβισμένος, παρά τη θέλησή του, να θυσιάσει στα είδωλα, λυπήθηκε κατάκαρδα και έλαβε την ηρωική  απόφαση να σταματήσει αυτή την αμαρτωλή πράξη.  Γύριζε, λοιπόν, όλη την πόλη και ενθάρρυνε τους Χριστιανούς λέγοντάς τους να μη λάβουν μέρος στις ειδωλολατρικές τελετές, ενώ προβλημάτιζε τους ειδωλολάτρες υποστηρίζοντας ότι είναι ανόητο οι λογικοί άνθρωποι να προσφέρουν θυσίες στα άψυχα αγάλματα.  Και όταν στο μεγάλο ειδωλολατρικό ναό άρχισαν να γίνονται οι ετοιμασίες για τη μεγάλη θυσία στα είδωλα, η Αικατερίνη δε δίστασε να πάει η ίδια εκεί και να ελέγξει τον ίδιο τον αυτοκράτορα για τις πράξεις του!  Μπήκε, λοιπόν, μέσα στο ναό, στάθηκε μπροστά στο Μαξιμιανό και τον αρχιερέα των ειδώλων και είπε με σταθερή φωνή: 

Δεν πρέπει και είναι μεγάλη ντροπή, βασιλιά, να λατρεύετε ως θεούς φθαρτά και άψυχα είδωλα!  Όλα αυτά στα οποία πιστεύετε είναι ψεύτικοι θεοί, είναι είδωλα!  Μη γίνεσαι, λοιπόν, η αιτία να χαθούνε τόσες ψυχές.  Μην τις οδηγείς στο σκοτάδι, διότι η τιμωρία σου θα είναι φρικτή στην αιώνια κόλαση!

Σαν είδε ο αυτοκράτορας τη σκηνή αυτή, και λυπήθηκε και αγανάκτησε.  Και αφού φρόντισε να μάθει ποια ήταν η νέα που τόλμησε να μιλήσει έτσι μπροστά του, σκέφτηκε διάφορους τρόπους για να την κάνει να ξαναγυρίσει στην παλιά της θρησκεία. 

Πρώτα πρώτα έστειλε και κάλεσαν όλους τους σοφούς ρήτορες της Αλεξάνδρειας.  Και όλους, εκατόν πενήντα στον αριθμό, τους έβαλε να συζητήσουν με την Αικατερίνη, για να τη μεταπείσουν.  Και η μεγάλη μάχη άρχισε, με τον αυτοκράτορα, αλλά και πλήθος κόσμου που μαζεύτηκε στο μεγάλο αμφιθέατρο, να παρακολουθεί τη διαλογική συζήτηση.  Ο πρώτος σοφός, με περηφάνια και ρητορικότητα μεγάλη, άρχισε να αναπτύσσει τα επιχειρήματά του.  Είπε πολλά.  Μόλις τέλειωσε, πήρε το λόγο η Αικατερίνη.  Με μεγάλη δύναμη και επιχειρήματα ακατανίκητα, τούς απέδειξε πως η θρησκεία τους είναι ψεύτικη και πως ένας είναι ο Θεός και Σωτήρας του κόσμου, ο Ιησούς Χριστός.  Ο λόγος της ήταν πολύ δυνατός.  Την πυράκτωνε το Πνεύμα το Άγιο, που πρόσθετε σοφία στις γνώσεις της, με τρόπο που όλα της τα επιχειρήματα να πείθουν και να συγκλονίζουν, μα πάνω από όλα να δημιουργούν στους σοφούς ρήτορες την αίσθηση της φτώχιας και της πνευματικής τους γύμνιας.  Ήταν τόσο αποδεικτικά και ισχυρά τα επιχειρήματά της, που και οι εκατόν πενήντα όχι απλώς ομολόγησαν ότι νικήθηκαν, αλλά και ότι ασπάζονται την πίστη της Αικατερίνης, έστω και αν αυτό τους στοιχίσει τη ζωή τους!  Και πράγματι, ο αυτοκράτορας σε λίγο διατάζει να τους κάψουν όλους ζωντανούς!  Όταν δε το βράδυ κάποιοι Χριστιανοί πήγαν στον τόπο του μαρτυρίου τους, για να μαζέψουν τα λείψανά τους, είδαν ότι τα σώματα των ρητόρων ήταν μεν νεκρά αλλά ανέπαφα από τη φωτιά!  Ούτε τρίχα δεν είχε καεί!  Νίκη περιφανής του Σταυρού!  Τρόπαιο μεγάλο του Χριστιανισμού!  Θαυμάσια κατάκτηση του Χριστού!  Και της πίστης κατόρθωμα εξαίρετο!  Τη μνήμη των εκατόν πενήντα σοφών, η Εκκλησία μας τιμά και γιορτάζει στις 17 Νοεμβρίου κάθε χρόνο...

Ύστερα από την αποτυχία του να μεταπείσει την Αικατερίνη, ο Μαξιμιανός, αρχίζει τις κολακείες.  Η Αικατερίνη, όμως, είναι Νύμφη Χριστού, και τέτοια θα παραμείνει!

Τα μεγαλεία σου δεν τα θέλω, βασιλιά, του λέει.  Όσο για την ομορφιά του σώματος, αυτή μια μέρα θα μαραθεί και θα σβήσει.  Εγώ είμαι Χριστιανή!  Νυμφίος μου είναι ο Χριστός, σε Αυτόν μόνο θέλω να αρέσω, και σε Αυτόν προσφέρω τα πάντα!  Κάνε ό,τι νομίζεις! 

Τότε ο βασιλιάς δίνει διαταγή να τη βασανίσουν αλύπητα.  Τη μαστιγώνουν άγρια.  Της ξεσκίζουν τις σάρκες.  Ποτάμι τρέχει το αίμα από τις πληγές.  Κι έτσι πληγωμένη τη ρίχνουν στη φυλακή, με τη διαταγή να μην της δώσουν φαγητό για δώδεκα μέρες...  Ο Θεός, όμως, δεν ήταν δυνατό να αφήσει τη δούλη Του απροστάτευτη.  Της αποκαθιστά τις πληγές και φροντίζει για τη διατροφή της.  Και την εμψυχώνει: 

Μην φοβηθείς αγαπημένη μου θυγατέρα.  Εγώ είμαι μαζί σου!  Με την υπομονή σου θα κάνεις πολλούς να γυρίσουν στο δρόμο μου και πολλούς να πεθάνουν για το Όνομά μου.  Κι εσύ θα αξιωθείς πολλά στεφάνια ουράνιας δόξας!

Μια μέρα άνοιξε η πόρτα της φυλακής της.  Ήταν η βασίλισσα Φαύστα, η γυναίκα του αυτοκράτορα, η οποία εμπνεύστηκε από το παράδειγμα της Αικατερίνης.  Είχε πιστέψει και αυτή στο Χριστό, και ήρθε τώρα να πάρει την ευχή της Αγίας, γιατί είχε αποφασίσει να ζήσει και να πεθάνει όπως θέλει Εκείνος...

Όταν πέρασαν οι δώδεκα μέρες που είχε ορίσει ο αυτοκράτορας, διέταξε πάλι να φέρουν μπροστά του την Αικατερίνη.  Και όταν οι κολακείες και οι απειλές του δεν έπιασαν και πάλι τόπο, διέταξε να τη δέσουν ανάμεσα σε δυο διπλούς τροχούς με μαχαίρια, για να της καταξεσκίσουν το σώμα.  Μα ενώ όλοι περίμεναν να δουν το φρικτό τέλος της νεαρής κόρης, την είδαν να λύνεται θαυματουργικά από τους τροχούς, οι οποίοι τινάχτηκαν στον αέρα και σκότωσαν τους δήμιους που στέκονταν εκεί. 
Η Αικατερίνη δεν έπαθε τίποτε και όσοι είδαν το θαυμαστό αυτό γεγονός, αναφώνησαν:  «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών!»

Τότε ήταν που η Φαύστα έλεγξε τον άντρα της και ομολόγησε μπροστά του τον Αληθινό Θεό.  Αυτός, όμως, δε λογάριασε ότι ήταν γυναίκα του.  Διέταξε να τη θανατώσουν.  Ύστερα, λοιπόν, από τους εκατόν πενήντα ρήτορες, μαρτύρησε η βασίλισσα Φαύστα.  Κι ύστερα από αυτήν, μαρτύρησε ο στρατηλάτης Πορφύριος και διακόσιοι στρατιώτες του.  Όλοι αυτοί πίστεψαν στο Χριστό από το κήρυγμα της Αγίας Αικατερίνης.  Δοξάστηκαν αιώνια.  Η βασίλισσα Φαύστα τιμάται από την Εκκλησία μας στις 23 Νοεμβρίου και ο Πορφύριος με τους στρατιώτες του στις 24 Νοεμβρίου...

Τελευταία από όλους θανατώθηκε η Αικατερίνη.  Ο αυτοκράτορας διέταξε να αποκεφαλίσουν τη Νύμφη του Χριστού.  Ήταν 25 Νοεμβρίου 304 μ.Χ....

Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας, το άγιο της λείψανο μεταφέρθηκε από τους αγγέλους στην κορυφή του όρους Σινά.  Εκεί παραμένει για αιώνες ανέπαφο.  Όταν ο Ιουστινιανός ίδρυσε την ονομαστή μονή της Αγίας Αικατερίνης, μεταφέρθηκε εκεί, για να αποτελεί κειμήλιο ανεκτίμητο και θησαυρό αδαπάνητο, όχι μόνο για την ιστορική αυτή μονή, αλλά και για ολόκληρη την Ορθοδοξία...

 M. (Twinkler)



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Share it